ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Eξ αφορμης

Ή δημοκρατία ή λαϊκισμός
Tου Θανου Λιποβατς*

Η σημερινή κρίση της κοινωνίας και των αξιών δυναμώνει φαινόμενα παραπλανητικά και επικίνδυνα. Ο λαϊκισμός ως φαινόμενο συνοδεύει στη δημοκρατία πάντα τα κόμματα και τα σωματεία. Σημαίνει πριν απ’ όλα την έκπτωση, τη φτήνια, τον δημαγωγικό εκτροχιασμό των θεσμών και των συνειδήσεων. Σε περίοδο κρίσης ο λαϊκισμός εντείνεται και οδηγεί σε φανατισμό και σε πόλωση, ιδιαίτερα σε χώρες και σε κοινωνικές ομάδες όπου κυριαρχεί ο ανορθολογισμός και ανεύθυνος, απλοϊκός συναισθηματισμός. Ο λαϊκισμός είναι σήμερα τόσο αποτέλεσμα όσο και αιτία της κρίσης. Πολλοί διανοούμενοι τον προτείνουν ωστόσο ως θεραπεία της κρίσης, αποσιωπώντας το ότι ήταν ο (δεξιός και ο αριστερός) λαϊκισμός των τελευταίων τριάντα ετών, ο οποίος επέφερε το σημερινό αδιέξοδο. Το πελατειακό σύστημα προνομίων, οι συντεχνίες στον δημόσιο και στον ιδιωτικό χώρο, η αδικία συνεπεία αυτού του συστήματος, η συρρίκνωση της οικονομικής παραγωγής, συνδέονται άμεσα με τον λαϊκισμό.
Εδώ και τριάντα χρόνια διαδόθηκε ευρύτατα σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού μια αλλοτριωμένη συνείδηση που κρύβεται πίσω από τη ναρκισσιστική αποθέωση του «λαού», που γίνεται έτσι ένα φετίχ, ένα είδωλο. Οι προνομιούχοι αυτού του καθεστώτος είναι εκείνοι που τώρα αντιδρούν πρακτικά και ιδεολογικά σε κάθε προσπάθεια ουσιαστικής αλλαγής του διαστρεβλωμένου κοινωνικού προτύπου. Εκμεταλλεύονται δε τη μοιρολατρία και την έλλειψη δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας πλατιών στρωμάτων, αλλά και τμημάτων της νεολαίας.
Η ρήση ότι «ο λαός είναι υπεράνω των θεσμών» δείχνει πόσο ο λαϊκισμός αντιβαίνει στην έννοια του κριτικά και ορθολογικά σκεπτόμενου πολίτη. Είναι βαθιά αντιδημοκρατικός καi αμφισβητεί τη δημοκρατική νομιμότητα με πράξεις περιφρόνησης του Νόμου, πίσω από πονόψυχες και αριστερίστικες φρασεολογίες, περί «τοκογλυφίας», «νέας κατοχής και δoσιλόγων» κ.λπ. Κυριαρχούν τα λόγια τα πολλά, τα κούφια, τα μεγάλα, η έκπτωση του νοήματος των λέξεων.
Πίσω από αυτά κρύβονται ο κοινωνικός φθόνος και ο ισοπεδωτισμός, η ασυδοσία και η αναξιοπιστία, η υστερία και η εμπάθεια, η αυθορμητιστική αυθαιρεσία και ανευθυνότητα, ο ανορθολογισμός και η διγλωσσία. Σήμερα ο λαϊκισμός προωθείται μέσα στο πλαίσιο του μεταμοντέρνου μηδενισμού, για τον οποίο δεν υπάρχουν αξίες, όπως η Δημοκρατία ή ο σεβασμός του Νόμου. Μιλάει επίσης για τη «μεταπολιτική» και τη «μεταπολιτική». Αυτοί που εξευτέλιζαν τη δημοκρατία όλα τα χρόνια παραπονιούνται τώρα ότι τους «απογοητεύει».
Ο αριστερός λαϊκισμός δεν είναι διαφορετικός από τον δεξιό. Εδώ ισχύει ένας «εκλεκτικός» εθνοκεντρισμός. Ο αντισημιτισμός ανθεί βέβαια σε όλους, όπως ο αντιευρωπαϊσμός και ο αντιγερμανισμός, καθώς και ο μικροαστικός φθόνος ενάντια στους «πλούσιους» (όχι απλά ενάντια στους φοροφυγάδες), ή η «συνωμοσιολογία». Ο δεξιός λαϊκισμός επικεντρώνεται επιπλέον στον ρατσισμό ενάντια στους μετανάστες, στους ομοφυλόφιλους και στους αλλόθρησκους.
Ο αριστερός λαϊκισμός, ανάμεσα στον μικροαστικό αναρχισμό και στον λενινιστικό ντεσιζιονισμό, επιμένει σε μια εξωπραγματική ολική άρνηση και κριτική σε κάθε αλλαγή, δαιμονοποιεί το Μνημόνιο, σαμποτάρει κάθε παραγωγική επένδυση, και δεν προτείνει καμία ρεαλιστική εναλλακτική λύση: η παραμονή στην Ευρώπη δίχως το Μνημόνιο δεν γίνεται. Αν έλθει στην εξουσία, θα οδηγήσει σε γενικευμένη ανομία, αναρχία και χρεοκοπία, η οποία τελικά θα οδηγήσει στη δικτατορία της φασιστικής δεξιάς.
Αυτό που πρέπει να γίνει είναι: ριζικές μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας, παραγωγικές επενδύσεις με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό, αλλά και στον δημόσιο χώρο, αξιοπιστία στις σχέσεις με τους εταίρους μας.

* Ο κ. Θάνος Λίποβατς είναι ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.








Ο νέος κομφορμισμός
Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι

Σε κανένα δεν δόθηκε η δυνατότητα να επιλέξει την εποχή στην οποία θα ζήσει ούτε και η δυνατότητα να ζήσει έξω από την εποχή στην οποία γεννήθηκε. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι τέκνο του καιρού του και επομένως που να μην είναι κατά κάποιον τρόπο «ομογενοποιημένος». Σε σχέση με τις εποχές που προηγήθηκαν η εποχή μας είναι η πρώτη που ζητάει την ομογενοποίηση όλων των ανθρώπων ως προϋπόθεση της ύπαρξής τους. Οι λόγοι αυτής της ομογενοποίησης πρέπει να αναζητηθούν σε εκείνη τη συνθήκη σύμφωνα με την οποία, στην εποχή της τεχνικής και της παγκόσμιας οικονομίας, το να «εργάζεται» κανείς σημαίνει να «συνεργάζεται» στο εσωτερικό ενός μηχανισμού, όπου οι ενέργειες του καθένα έχουν ήδη προκαταβολικά περιγραφεί και προδιαγραφεί από το οργανόγραμμα για την καλή λειτουργία αυτού του μηχανισμού.
1. Η ομογενοποιημένη συνείδηση. Μια δράση είναι ομογενοποιημένη όταν συμμορφώνεται προς έναν κανόνα που την προδιαγράφει, επομένως όταν δεν είναι δράση αλλά συμμόρφωση. Και συμμόρφωση είναι όλες οι ενέργειες που πραγματοποιούνται σε ένα μηχανισμό, στο εσωτερικό του οποίου η αυτενέργεια παύει εκεί όπου αρχίζει αυτό που πρέπει να γίνεται σε τέλειο συντονισμό με τις άλλες συνιστώσες του μηχανισμού. Οι σκοποί που θέτει ο μηχανισμός δεν περιλαμβάνονται στις αρμοδιότητες του μεμονωμένου ατόμου και μερικές φορές, δεδομένης της υψηλής τεχνικής τελειοποίησης, υπερβαίνουν τις ειδικές του γνώσεις. Αυτό συνεπάγεται το ότι η «συνείδηση» του ατόμου υποβαθμίζεται στην «ευσυνειδησία» που δείχνει κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Με αυτή την υποβάθμιση γεννιέται η «κομφορμιστική συνείδηση» από την οποία ζητιέται μόνο μια καλή συνεργασία, ανεξάρτητα από τους σκοπούς που υπηρετεί ο μηχανισμός.
2. Ο υγιής ρεαλισμός. Γι' αυτό ήδη από μικροί έχουμε ακούσει να λένε ότι η επιτυχία επιδιώκεται πιο εύκολα αν προσαρμοζόμαστε στις απαιτήσεις των άλλων (απαρνούμενοι προφανώς τη δική μας αυτοπραγμάτωση) και έτσι ενεργούσαμε όταν μιμούμασταν τα χαρακτηριστικά και τις συμπεριφορές όλων των ομάδων στις οποίες ανήκαμε. Από την ομάδα των παιδιών με τα οποία παίζαμε ως τους συμμαθητές μας και τους συναδέλφους μας στην εργασία, διδαχθήκαμε ότι αυτό που ανταμείβεται είναι η πιο αυστηρή ομοιομορφία, αφού η ικανότητα προσαρμογής στην οργάνωση εμφανιζόταν ως η μοναδική προϋπόθεση για να ασκήσουμε μιαν ορισμένη επίδραση πάνω σε αυτήν. Στην παραμικρή μας αντίρρηση υπήρχε πάντοτε κάποιος που μας θύμιζε ότι αυτή η στάση αποκαλείται «υγιής ρεαλισμός», ενώ μέσα μας εκδηλωνόταν η υποψία ότι αυτή η έκφραση δεν αναφερόταν τόσο σε μια πιστή αναπαράσταση του πραγματικού αλλά σε εκείνη την εξωπραγματική θέση που είναι η ανεπιφύλακτη αποδοχή του υπάρχοντος. Η αξία του οποίου έγκειται απλώς στο ότι είναι έτσι όπως αυτό είναι, χωρίς την παραμικρή μέριμνα για την ηθική του ποιότητα.
3. Η ασυνειδησία της ομογενοποιημένης συνείδησης. Προκειμένου η προσαρμογή να μην γίνεται αντιληπτή ως καταναγκασμός, είναι αναγκαίο ο κόσμος στον οποίο ζούμε να μη θεωρείται ως ένας από τους «δυνατούς» κόσμους αλλά ως ο «μοναδικός» κόσμος, έξω από τον οποίο δεν μας προσφέρονται καλύτερες δυνατότητες ύπαρξης. Αν ο κόσμος των αγαθών που παράγουμε και καταναλώνουμε κατορθώσει να συγκροτηθεί ως συνεκτικός κόσμος χωρίς κενά, χωρίς εναλλακτικές λύσεις, οι υποχρεώσεις που μας επιβάλλονται από αυτό τον κόσμο και η υπακοή που μας ζητιέται δεν θα γίνονται πλέον αντιληπτές ως τέτοιες αλλά ως «φυσική συνθήκη» της ύπαρξης. Αλλά όταν ένας κόσμος κατορθώνει να περνιέται ως ο μοναδικός κόσμος, η ομογενοποίηση των ατόμων φτάνει σε επίπεδα τελειότητας τέτοια, που τα απολυταρχικά ή δικτατορικά καθεστώτα των προηγούμενων εποχών δεν είχαν καν φανταστεί ότι θα μπορούσαν να υλοποιήσουν.
4. Ο κομφορμισμός ως συνθήκη ύπαρξης. Δεν αντιλαμβανόμαστε με πόσες αλυσίδες μας έχει δέσει η εποχή της τεχνικής και της παγκόσμιας οικονομίας. Αν στον 19ο αιώνα ο Μαρξ μπορούσε να λέει ότι η πλειονότητα της ανθρωπότητας «δεν έχει τίποτα να χάσει εκτός από τις αλυσίδες της», σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι χωρίς αυτές τις αλυσίδες δεν θα έβρισκε τρόπο να επιβιώσει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όταν οι αλυσίδες σπάνε (απεργία στα μέσα μεταφοράς, διακοπή στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, καθυστέρηση στον ανεφοδιασμό με τρόφιμα), όλοι ζητούν αμέσως την επανασυγκόλληση. Αυτή η απαίτηση είναι ο δείκτης όχι μόνον του βαθμού εξάρτησης κάθε ατόμου από τον κόσμο της τεχνικής και της παγκόσμιας οικονομίας αλλά και του βαθμού αυθόρμητης συνεργασίας, επομένως ομογενοποίησης και κομφορμισμού.
 5. Τα μέσα επικοινωνίας ως μέσα ομογενοποίησης. Η κομφορμιστική κοινωνία, παρά την πελώρια ποσότητα φωνών που διαδίδονται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας -ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας αυτής της ποσότητας- μιλάει στο σύνολό της μόνο με τον εαυτό της. Όποιος μιλάει και όποιος ακούει δεν έχει πίσω του μια διαφορετική εμπειρία του κόσμου, επειδή ο κόσμος που προσφέρουν σε όλους τα ΜΜΕ είναι όλο και περισσότερο ταυτόσημος, έτσι όπως όλο και περισσότερο ταυτόσημα είναι και τα λόγια που έχουμε στη διάθεσή μας για να τον περιγράψουμε. Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος ταυτολογικής επικοινωνίας, όπου όποιος ακούει καταλήγει να ακούει τα ίδια πράγματα που αυτός ο ίδιος θα μπορούσε να πει και όποιος μιλάει λέει τα ίδια πράγματα που θα μπορούσε να ακούσει από οποιονδήποτε (...).

 Το άρθρο του ιταλού φιλοσόφου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «La Repubblica»
Μετάφραση – Επιμέλεια: Θανάσης Γιαλκέτσης,

Πηγή: Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 11/3/2007

Αναδημοσίευση: e-keimena.gr






Δημοκρατία. Η Παιδεία της παιδείας.
Του Δημοσθένη Κυριαζή

Η κρατούσα αντίληψη.
Στο ερώτημα τι πιστεύετε για το πολίτευμα της Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς  που γεννήθηκε και λειτούργησε στην αρχαία Ελλάδα  – της άμεσης δημοκρατίας, όπως την ονομάζουμε σήμερα με προφανή στόχο να διακηρύξουμε ότι η δημοκρατία δεν είναι μία αλλά πολλές -  οι περισσότεροι άνθρωποι απαντούν:
Είναι το πιο το γνήσιο ανθρωποκεντρικό πολίτευμα, που για να λειτουργήσει όμως χρειάζεται να προηγηθεί παιδεία  ώστε οι πολίτες να αποκτήσουν γνώσεις, κριτική δύναμη και ήθος, υψηλοτέρου ή έστω του ιδίου επιπέδου  με το των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους. Όταν διασφαλισθούν αυτές οι προϋποθέσεις,  τότε μπορεί να λειτουργήσει ένα πολίτευμα δημοκρατίας σαν τη Δ η μ ο κ ρ α τ ί α.
Ο συλλογισμός είναι στέρεος και δύσκολα αμφισβητείται. Πρώτα η Παιδεία και ύστερα η Δημοκρατία. Τα άλλα αποτελούν ευγενικές, χωρίς όμως δυνατότητα εφαρμογής,  απόψεις.
Στον εκ πρώτης όψεως αμάχητο αυτό συλλογισμό, δεν έχει ληφθεί υπόψη ο εξής παράγοντας· η ισχυρή ανά-τροφοδότηση (feed-back)μεταξύ παιδείας και δημοκρατίας.
Η ύπαρξη ισχυρής ανατροφοδότησης  αναγνωρίζεται από όλους, ειδήμονες και απλούς πολίτες. Η πλειονότητα των ανθρώπων δηλαδή πιστεύει ότι Δημοκρατία και Παιδεία αποτελούν ένα δίδυμο πύργο αξιών, που ο ένας στηρίζει τον άλλον· που αν ο ένας καταρρεύσει νομοτελειακά καταρρέει και ο άλλος.
Το πραγματικό συνεπώς πρόβλημα είναι πως στην πράξη χτίζεται αυτός ο δίδυμος πύργος. Αρχίζοντας από την παιδεία ή αρχίζοντας από τη δημοκρατία ;
Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν στο πρώτα η Παιδεία και ύστερα η Δημοκρατία. Εμείς πιστεύουμε το αντίθετο.
Πρώτα η Δημοκρατία και ύστερα η Παιδεία.
Πρέπει να ομολογήσουμε ότι μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Πλάτων, ήταν αντίθετοι με αυτή την άποψη. Πίστευαν στην άποψη, πρώτα η Παιδεία και ύστερα η Δημοκρατία.
Ο   Πλάτων χαρακτηριστικά έλεγε ότι για να κυβερνηθεί  σωστά μια πολιτεία πρέπει : ή όλοι οι πολίτες να γίνουν φιλόσοφοι (δημοκρατία) ή να κυβερνούν μόνο οι φιλόσοφοι (αριστοκρατία). Η άποψη είναι και σαφής και κατανοητή και ορθολογική. Το πρόβλημα όμως είναι αν και πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι θα μας κυβερνούν γνήσιοι – και όχι ιμιτασιόν – άριστοι. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που απασχολεί και ταλαιπωρεί τους ανθρώπους.
Είναι ίσως χρήσιμο να θυμηθούμε ότι  ά ρ ι σ το ς  στα Ελληνικά είναι ο αγαθότατος (αγαθός, αμείνων, άριστος) και ότι αγαθός είναι ο καλός, ο χρηστός, ο ενάρετος. Με αυτές τα δεδομένα πρέπει να αξιολογηθεί, σαν ιδέα αλλά και σαν πράξη, το πολίτευμα της αριστοκρατίας του Πλάτωνος.
Την άποψη πρώτα η δημοκρατία και μετά η παιδεία, υποστηρίζει, εμμέσως πλην σαφώς, ο γνωστός φιλόσοφος και ποιητής T. S. Eliot (1888- 1965). Συγκεκριμένα στο δοκίμιο του «Η σημερινή Παιδεία και οι Κλασικοί», γράφει :

«Ένα σύστημα παιδείας έχει κάποιο νόημα μόνο μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο κοινωνικό σύστημα. Αν η παιδεία σήμερα χωλαίνει, αν φαίνεται ότι γίνεται χαώδης και χωρίς νόημα, είναι γιατί δεν έχουμε σταθεροποιημένη και ικανοποιητική συγκρότηση της κοινωνίας»

Η άποψη του Eliot εξηγεί το εξής παράδοξο φαινόμενο. Τα διατιθέμενα για την παιδεία υλικά μέσα και ανθρώπινο δυναμικό τη δεκαετία του 1950 στη Χώρα μας, ήταν σαφώς μικρότερα από τα σημερινά. Παρά ταύτα, τα πνευματικά, ηθικά και παραγωγικά χαρακτηριστικά της σημερινής παιδείας, είναι μικρότερα από  αυτά της δεκαετίας του 1950.  
Η εξήγηση του εκ πρώτης όψεως παράδοξου και παράλογου αυτού φαινομένου, πιστεύουμε πως βρίσκεται στο δόγμα του Eliot·  στην αστάθεια και απροσδιοριστία του σημερινού  κοινωνικού συστήματος, που η άσκηση της εξουσίας τυπικά γίνεται από το σύνολο των πολιτών, αλλά ουσιαστικά γίνεται από τους ολίγους· τους εκλεγμένους και «εκλεγμένους» αντιπροσώπους των πολιτών και τους βολεμένους από αυτούς. Πιστεύουμε πως οφείλεται στο ότι δεν έχουμε πραγματική δημοκρατία στις μαθητικές, στις σπουδαστικές κοινότητες και στην κοινωνία.
Υπέρ του δόγματος πρώτα η δημοκρατία, συνηγορούν επίσης πολλά ιστορικά γεγονότα  κατά τα οποία σε περιόδους λειτουργίας της πραγματικής Δημοκρατίας, έγινε απογείωση, αξιολογούμενης από τα αποτελέσματα της, της παιδείας.
Να δύο τέτοια  χαρακτηριστικά παραδείγματα:
(1). Στην Αρχαία Ελλάδα, η μεσουράνηση της κλασσικής παιδείας, και του ανεπανάληπτου αρχαιοελληνικού πολιτισμού, έγινε στον ίδιο τόπο και στον ίδιο χώρο,  στον οποίο είχε προηγηθεί και συνυπάρξει, λειτουργία πραγματικής δημοκρατίας. Θεωρούμε αυτονόητο ότι η παιδεία μετριέται, πρέπει να μετριέται,  με τα πνευματικά, ηθικά και υλικά αποτελέσματα που δημιουργεί και όχι από επικλήσεις μεμονωμένων, κυρίως υλικών, αποτελεσμάτων που εξυπηρετούν τους ολίγους.
(2). Στο χωριό Αμπελάκια Θεσσαλίας (Κισσάβου),  τα χρόνια 1770-1811, πραγματοποιήθηκε  μια μεγάλη επιτυχία στον τομέα παραγωγής και εμπορίας των φημισμένων «κόκκινων νημάτων». Αυτή η επιτυχία - που θα ζήλευαν και δύσκολα θα πετύχαιναν σήμερα ειδήμονες του London School of Economics -   ήταν δημιούργημα της «Κοινής Συντροφιάς των Αμπελακίων», ενός οργάνου από τους απλούς χωρικούς των Αμπελακίων,  παρόμοιου με την Εκκλησία του Δήμου της αρχαίας Αθήνας .
Σίγουρα θα υπάρχουν και πολλά άλλα τέτοια παραδείγματα, που θα ενισχύουν την άποψη πρώτα η δημοκρατία.
Μακάρι να βρεθούν νέοι άνθρωποι που θα τα καταγράψουν και θα τα αξιολογήσουν.

Παιδεία, Δημοκρατία και Ψηφιακή Τεχνολογία
Η συμβολή της ψηφιακής τεχνολογίας στην ανάπτυξη της παιδείας είναι άμεση και, κυρίως, έμμεση.
Η άμεση βελτίωση
Η άμεση βελτίωση είναι και προφανής και σημαντική. Συνοψίζεται στη διασφάλιση εύκολης και οικονομικά προσιτής  παροχής υπηρεσιών πρόσβασης:
  • Στις πηγές γνώσεων( βιβλιοθήκες, εγκυκλοπαίδειες, ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις των εκπαιδευτικών και ερευνητικών Ιδρυμάτων κλπ) 
  • Στην ανάπτυξη νέων πιο φιλικών, πιο ευέλικτων και πιο οικονομικών τρόπων εκπαίδευσης (Τηλε - εκπαίδευση , ηλεκτρονική μάθηση, τηλε- εργασία) και
  • Στην πραγματοποίηση πνευματικών εργασιών ρουτίνας, γρήγορα και με μικρό κόστος(γράψιμο κειμένων, διαχείριση κειμένων, αποθήκευση πληροφοριών, πραγματοποίηση υπολογισμών )
Οι υπηρεσίες αυτές είναι ισοδύναμες με την απόκτηση από κάθε μαθητή μιας σημαντικής  βιβλιοθήκης και μιας ομάδας ανθρώπων/βοηθών που εκτελούν, μετά από εντολή τους, πνευματικές εργασίες ρουτίνας. Τέτοια δυνατότητα στο παρελθόν είχαν  μόνο φωτισμένοι βασιλιάδες ή πολύ πλούσιοι άνθρωποι. Σήμερα η ίδια δυνατότητα, χάρη στην τεχνολογία, υπάρχει σε ανθρώπους πλούσιους και φτωχούς· σε  μαθητές  της πόλης και του χωριού, ανεξάρτητα από την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση.  
Αν συγκρίνει κάποιος τις σημερινές δυνατότητες με εκείνες  του πρόσφατου σχετικά παρελθόντος, εύκολα αντιλαμβάνεται το μέγεθος αυτής της συμβολής.
Τη δεκαετία του 50 υπήρχε στο χωριό μου μόνο μία βιβλιοθήκη, στην εξοχική βίλλα του οικονομικά και κοινωνικά πετυχημένου συντοπίτη,  Ιωάννου Δροσοπούλου.
Σήμερα  υπάρχουν 500 περίπου PC με δυνατότητα πρόσβασης στο Ιντερνέτ. Το γεγονός αυτό είναι ισοδύναμο με τη διαθεσιμότητα 500 βιβλιοθηκών που είναι μάλιστα ασυγκρίτως πλουσιότερες τη μοναδική βιβλιοθήκη της δεκαετίας του 50.  
Και αυτά συμβαίνουν σήμερα. Αύριο;
Η έμμεση βελτίωση
Η έμμεση βελτίωση, που είναι πιο σημαντική από την άμεση,  επάγεται από την βελτίωση που δημιουργείται – που μπορεί να δημιουργηθεί – από τη συμβολή της νέας τεχνολογίας στην ανάπτυξη και λειτουργία ενός σταθερού, ορθολογικού και συμβατού με τους φυσικούς νόμους κοινωνικού συστήματος· της Ψηφιακής Άμεσης Δημοκρατίας. Της δημοκρατίας που οραματίζονται οι φίλοι της ΨΑΔ .
Οι παραπάνω σκέψεις οδηγούν στο ακόλουθο στέρεο συμπέρασμα :
Αν η Δημοκρατία είναι η Παιδεία της παιδείας, τότε η αναγέννηση της παιδείας μπορεί να δημιουργηθεί μόνο με την αναγέννηση της Δημοκρατίας. Σε\ αντίθετη  περίπτωση  οι προσπάθειες αναβάθμισης της παιδείας,  θα μοιάζουν με τις προσπάθειες ανθρώπων που δεν έχουν κρίση και εμπειρίες και προσπαθούν να «χτίσουν παλάτια πάνω στην άμμο».  






Παγκοσμιοποίηση
Θ.Π. Λιανού

Ο κ. Θ. Π. Λιανός καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών ερμηνεύει το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και το συσχετίζει με τη διογκούμενη φτώχεια του τρίτου κόσμου αλλά και τις οδυνηρές ανισότητες που εντοπίζονται στις ανεπτυγμένες κοινωνίες.
      Πριν από λίγες ημέρες δόθηκε στη δημοσιότητα η Έκθεση για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη 2000 του ΟΗΕ και μερικά από τα κυριότερα συμπεράσματα έχουν ήδη αναδημοσιευθεί στον ημερήσιο Τύπο. Το εντυπωσιακότερο ίσως συμπέρασμα είναι οι τεράστιες οικονομικές ανισότητες που έχουν δημιουργηθεί μεταξύ των φτωχότερων και των πλουσιότερων χωρών και οι οποίες (ανισότητες) φαίνεται να αυξάνονται με τον χρόνο. Η έκθεση του ΟΗΕ αναφέρει ότι πριν από περίπου 200 χρόνια, το 1820, η σχέση των φτωχότερων προς τις πλουσιότερες χώρες ήταν 1 προς 3. Εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα, το 1973, η σχέση αυτή ήταν 1 προς 44 και το 1992, δηλαδή σε 20 μόλις χρόνια, διαμορφώθηκε σε 1 προς 72. Υπολογισμοί αυτού του τύπου είναι εξαιρετικά δύσκολοι και οι εκτιμήσεις είναι κατά προσέγγιση. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το οικονομικό χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών διευρύνεται.
     Οι διαφορές αυτές δεν εμφανίζονται μόνο μεταξύ χωρών. Είναι ακόμη πιο έντονες αν συγκριθούν άτομα ή ομάδες ατόμων μεταξύ των διαφόρων χωρών. Η έκθεση του ΟΗΕ αναφέρει ένα στοιχείο το οποίο δραματοποιεί την οικονομική κατάσταση στον πλανήτη μας: ο συνολικός πλούτος των 200 πλουσιότερων ανθρώπων πλησίασε το 1999 το ποσό του 1 τρισ. δολαρίων, ενώ τον ίδιο χρόνο το εισόδημα 582 εκατ. ανθρώπων στις φτωχές χώρες του κόσμου ήταν περίπου 146 δισ. δολάρια. Αν υποθέσουμε ότι ο πλούτος των ατόμων αποδίδει 5% τον χρόνο και κάνουμε τις κατάλληλες διαιρέσεις, τα παραπάνω στοιχεία λένε το εξής εντυπωσιακό: υπάρχουν στον κόσμο 200 άνθρωποι που έχουν εισόδημα 250 εκατ. δολαρίων τον χρόνο ο καθένας, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν 582 εκατ. άνθρωποι που έχουν εισόδημα ο καθένας 250 δολαρίων τον χρόνο.
     Τα στοιχεία αυτά φαίνονται απίστευτα, αλλά δεν είναι πρωτοφανή. Στο βιβλίο «Κοινωνική Δικαιοσύνη» (εκδόσεις Καστανιώτη) που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες αναφέρονται και σχολιάζονται στοιχεία του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας που τεκμηριώνουν τη μεγάλη ανισότητα μεταξύ φτωχών και πλούσιων χωρών και τη μεγάλη έκταση της φτώχειας σε όλες τις χώρες. Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται επίσης ότι τα έσοδα μιας χρηματιστηριακής εταιρείας (της Γκόλντμαν Σακς) είναι μεγαλύτερα από το εθνικό εισόδημα μιας χώρας 25 εκατ. ανθρώπων (της Τανζανίας). Ανεξαρτήτως των σφαλμάτων στις μετρήσεις αυτού του τύπου, ένα είναι βέβαιο: οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ χωρών είναι μεγάλες και διευρύνονται.
     Κατά κανόνα οι διευρυνόμενες οικονομικές ανισότητες αποδίδονται στη λεγομένη παγκοσμιοποίηση. Ο όρος «παγκοσμιοποίηση» αναφέρεται στο σημερινό καθεστώς της διεθνούς οικονομίας που χαρακτηρίζεται από μεγάλη κινητικότητα του κεφαλαίου (χρηματικού και υλικού), αυξημένη ελευθερία του διεθνούς εμπορίου, εφαρμογή προηγμένων τεχνολογιών, μεγάλη ταχύτητα στη διακίνηση ιδεών και πληροφοριών και γενικά από μείωση ή κατάργηση των εμποδίων που τα κράτη έθεταν στην παραγωγική δραστηριότητα του διεθνούς κεφαλαίου. Παράλληλα παρατηρείται διεθνώς μείωση των παρεμβατικών πολιτικών που ασκούν οι κυβερνήσεις εντός των εθνικών ορίων. Ο όρος «παγκοσμιοποίηση» εκφράζει τον παρατηρούμενο σε όλο τον κόσμο αυξανόμενο ρόλο της απρόσκοπτης λειτουργίας των αγορών και τον μειωμένο ρόλο των κρατικών παρεμβάσεων σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο.
      Οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ ανεπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών δεν είναι η μόνη συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Παράλληλα διευρύνεται το χάσμα μεταξύ φτωχών και πλουσίων, και μέσα στις ανεπτυγμένες χώρες και μέσα στις υπανάπτυκτες. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ, το ποσοστό του πληθυσμού που έχει εισόδημα κάτω του επιπέδου φτώχειας είναι 14,1% στις ΗΠΑ, 14,4 % στην Ολλανδία, 13,1% στη Βρετανία και 21,1% στην Ισπανία. Στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες τα αντίστοιχα ποσοστά είναι τρομακτικά, όπως π.χ. 50% στη Ρωσία, 60% στα Σκόπια, 63% στο Ουζμπεκιστάν κ.ά. Φυσικά η φτώχεια που παρατηρείται στις χώρες αυτές πρέπει να αποδοθεί και στην αποδιοργάνωση που υπέστησαν μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.
      Δύο περιστατικά μπορούν να δείξουν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι εντός των χωρών ανισότητες. Η γνωστή αμερικανική εταιρεία General Electric έχει μεταφέρει την παραγωγή ηλεκτρικών συσκευών σε χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό, όπως το Μεξικό όπου απασχολεί 30.000 εργάτες. Επίσης οργανώνει την παραγωγή μηχανών αεροσκαφών στην Ινδία, στη Βραζιλία και στην Τουρκία, όπου απασχολεί πάνω από 300 μηχανικούς εκτός του ανειδίκευτου προσωπικού. Η αιτιολογία, με τα λόγια ενός εκ των διευθυντών της, είναι: «Απλούστατα δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε στην παγκόσμια αγορά με κόστος εργασίας όπως αυτό των ΗΠΑ». Η εταιρεία Trico Products Corp., που εδρεύει στο Μπάφαλο της Πολιτείας Νέας Υόρκης και παράγει υαλοκαθαριστήρες αυτοκινήτων, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 μείωσε το εργατικό δυναμικό κατά 2.200 άτομα και μετέφερε την παραγωγή στο Μεξικό. Το 1995 απείλησε ότι θα κλείσει εντελώς το εργοστάσιο στην Αμερική εκτός αν οι εργαζόμενοι δέχονταν μείωση μισθού κατά 13,5%, πράγμα που οι εργαζόμενοι δέχθηκαν προκειμένου να μείνουν άνεργοι.
     Από τα δύο αυτά παραδείγματα προκύπτει ότι προκαλείται μείωση της ζήτησης εργασίας κυρίως χαμηλής ειδίκευσης στις ανεπτυγμένες χώρες και μείωση μισθών λόγω της μεταφοράς παραγωγής σε χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού, στις οποίες δημιουργείται μεγαλύτερη ζήτηση εργασίας των ιδίων ειδικοτήτων. Αλλά στις χώρες αυτές οι ειδικεύσεις αυτές είναι συγκριτικά υψηλού επιπέδου. Έτσι δημιουργείται ένα χάσμα στις ΗΠΑ και ένα άλλο χάσμα στο Μεξικό. Τα παραδείγματα αυτά είναι δύο μόνο περιπτώσεις μιας γενικότερης κίνησης που χαρακτηρίζει την εποχή της παγκοσμιοποίησης.
    Υπάρχουν δύο συνέπειες της παγκοσμιοποίησης στην αγορά εργασίας των ανεπτυγμένων χωρών που αξίζει να τονισθούν: πρώτον, έχει παρατηρηθεί ότι όσοι χάνουν τη δουλειά τους και βρίσκουν μια νέα υφίστανται μια μείωση μισθού περίπου 6% κατά μέσον όρο· δεύτερον, το συνδικαλιστικό κίνημα δέχεται ισχυρότατες πιέσεις και χάνει μέλη διότι κάθε προσπάθεια ενίσχυσης της δύναμης των εργατικών σωματείων αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με την απειλή της μεταφοράς της παραγωγής σε άλλη χώρα. Αυτό είναι κάτι που στη χώρα μας το γνωρίσαμε καλά με το κλείσιμο της Pirelli πριν από μερικά χρόνια.
      Αντίστοιχες συνέπειες υπάρχουν στις υπανάπτυκτες χώρες που προσπαθούν να προσελκύσουν τις βιομηχανίες των ανεπτυγμένων χωρών. Δύο σημαντικές συνέπειες είναι η αύξηση της παιδικής εργασίας με εξευτελιστικούς μισθούς και η απροθυμία τήρησης των εργατικών νόμων. Μια άλλη συνέπεια είναι η περιφρόνηση της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος. Και οι τρεις αυτές συνέπειες είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των κρατών αυτών να ανταγωνισθούν για την προσέλκυση κεφαλαίων με μείωση του κόστους παραγωγής.
      Οι πολιτικοί αρχηγοί των ανεπτυγμένων χωρών και πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι μια εποχή ανάπτυξης της παραγωγικότητας διεθνώς, της παγκόσμιας παραγωγής και του διεθνούς εμπορίου. Είναι μια εποχή ανάπτυξης στην οποία όλοι μπορούν να συμμετάσχουν. Εν τούτοις η πραγματικότητα δείχνει ότι η διανομή των πλεονεκτημάτων της παγκόσμιας ανάπτυξης είναι άνιση. Υπάρχουν μεγάλες ομάδες του παγκόσμιου πληθυσμού στις υπανάπτυκτες αλλά και στις ανεπτυγμένες χώρες οι οποίες όχι μόνο δεν συμμετέχουν στα οφέλη της παγκοσμιοποίησης αλλά και ζημιώνονται απόλυτα και σχετικά. Στο σημείο αυτό βρίσκεται η ανάγκη ανάληψης πολιτικών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η βασική αντίρρηση στην παγκοσμιοποίηση και στην προσπάθεια περαιτέρω ενίσχυσής της (που εκφράστηκε εντονότατα στο Σιάτλ και στην Washington D.C.) είναι ότι δημιουργεί πλούτο και ταυτόχρονα φτώχεια χωρίς να υπάρχει πολιτική αποζημίωσης ή προστασίας αυτών που υφίστανται τις αρνητικές συνέπειές της.
 Πηγή:http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=124117




Ιστορία και η Ιστοριογραφία ως μαθήματα πολιτισμού
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

Πιστεύεται ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο δημιούργημα της φύσης, το μόνο ζώο δηλαδή, που έχει μνήμη των έργων του και των βιωμάτων της ομάδας που ανήκει.

Μ' αυτό το σκεπτικό έγινε δεκτό ότι μόνο ο άνθρωπος έχει ιστορία συνειδητή και ακόμη πιο ριζικά εκφράστηκε το αξίωμα ότι ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός της ιστορίας.

Η ιστορία, σύνοψη μνήμης ατόμων και ομάδων, είναι, λοιπόν, έργο μόνο του ανθρώπου: ιδού η αρχή που εδραιώνει την ιστορική εμπειρία. Σ' αυτήν την αρχή, όμως, υπάρχει ανταπάντηση, που λέει ότι: "Όσο η ιστορία είναι δημιούργημα του ανθρώπου, άλλο τόσο και ο άνθρωπος, ο ενταγμένος στο χρόνο, είναι δημιούργημα της ιστορίας".

Η γνώμη αυτή εύκολα μπορεί να θεωρηθεί σαν εισαγωγή της μελέτης που θέλει την ιστορία (και κατά επέκταση την ιστοριογραφία σαν μέγιστο ανθρωπιστικό μάθημα, μολονότι, (βέβαια με κάποια υπερβολή), ο Hegel έγραψε ότι "το μόνο πραγματικό δίδαγμα της ιστορία είναι ότι κανείς δεν διδάσκεται ποτέ τίποτε από αυτήν".

Η αθέλητη αυτή εγελιανή ταύτιση του ιστορικού μαθήματος, με την όποια άχρηστη πείρα του ανθρώπου που αδυνατεί να γίνει μάθημα για τον άλλον, μάλλον πρέπει να θεωρηθεί άποψη επιφανειακή και άσχετη από το δίδαγμα που δίνει η γνώση του ιστορικού γίγνεσθαι.

Είναι φανερό ότι η ανάδειξη της ιστορίας σε επιστήμη, με γνωσιολογικό περιεχόμενο και με ειδικούς κανόνες επιστημολογικούς, ανάγει την ιστορική πράξη, πέρα από μια απλή εμπειρία, σε ύψος "κτήματος ες αεί"· σε μνημείο, δηλαδή σε ορόσημο μνήμης, και γι' αυτό σε δίδαγμα και βάση αγωγής και ζωής.

Πολλές ενδείξεις υπογραμμίζουν τη σημασία της ιστορίας στη διαπαιδαγώγηση του πολίτη. Η αναφορά στα πάτρια αποτέλεσε πάντοτε μέλημα της πολιτείας στην αναζήτηση της συνοχής της. Η λειτουργία αυτή γίνεται θεσμική και πραγματοποιείται είτε με τη διδασκαλία της παράδοσης (της πατροπαράδοτης δηλαδή ιστορίας), είτε με τη συμμετοχή των πολιτών σε τελετές και εορτές που συνοψίζουν, κατά τη συντακτική τελετουργία, μνήμη συλλογική, πολύχρονη και μακραίωνη. Αυτό άλλωστε, αποκρυσταλλώνεται και υλοποιείται με την ανέγερση μνημείων σε δημόσιους χώρους.

Να θυμίζω ότι μνήμη και μνημείο έχουν την ίδια ρίζα και να τονίσω άλλη μια φορά ότι, ο έλεγχος από την πολιτεία της συλλογικής μνήμης, έτσι όπως καταγράφεται στις εθνικές εορτές και στις πανηγυρικές επετειακές συνάξεις, αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, την αναγνώριση του ρόλου της ιστορίας για τη συνοχή του πολιτικού συνόλου μιας χώρας, δηλαδή του κάθε έθνους.

Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο ότι ο κάθε λαός, (μέσω βέβαια των ταγών του, πολιτικών και πνευματικών) ασκεί, σχεδόν ασυνείδητα μία εκλεκτική επιλογή των ιστορικών γεγονότων που τον αφορούν. Κρατά δηλαδή και υπογραμμίζει όσα του προσδίδουν αίγλη και μεγαλείο, ενώ παραδίδει σε ιστορική αμνησία, προσπερνά, αγνοεί και αποσιωπά ό,τι υποβαθμίζει την ιστορική του πράξη, είτε εξαιτίας των κινήτρων της, είτε λόγω των κακών αποτελεσμάτων της.

Έτσι, ο κάθε λαός, έχει την ιστορία που διάλεξε να έχει. Αυτή η ιστορία αυτοεκτίμησης γεμίζει σήμερα τα σχολικά εγχειρίδια κάθε λαού και κάθε χώρας, άσχετα συχνά από τις επικρίσεις και κρίσεις των ειδικών ευσυνείδητων επιστημόνων.

Αυτό, ίσως, εξηγεί και το ότι οι λαοί ανακαλύπτουν πρώτα τη σχέση που έχουν με το παρελθόν τους και ύστερα σκύβουν στη γνώση της ιστορίας τους. Και ας μην ξεχνάμε ότι η ιστορία είναι μεν δημιούργημα του παρελθόντος, αλλά διαβάζεται πάντα στο παρόν και απευθύνεται στο μέλλον. Γι' αυτό και ο καθένας θέλει την πράξη του απέριττη και παραδειγματική, άσχετα από την αλήθεια που η ιστορική επιστήμη καλείται να αποκαταστήσει.

Έτσι, το ίδιο γεγονός, διαβάζεται διαφορετικά από τους νικητές και γράφεται διαφορετικά από τους ηττημένους. Και δεν μιλώ εδώ μόνο για γεγονότα που έφεραν σε σύγκρουση διαφορετικούς λαούς και χώρες, αλλά και για γεγονότα διχασμού που αφορούν στην ιστορία ενός και του αυτού έθνους.

Να φέρω σαν παράδειγμα τη διδασκαλία της Γαλλικής Επανάστασης στα καθολικά σχολεία. Δεν παρουσιάζεται παρά η τρομοκρατία. Ή την καταγραφή της Βενιζέλειας μικρασιατικής πολιτικής από τους βασιλόφρονες. Η παρατήρηση αυτή θέτει αμέσως νέο πρόβλημα. Το πρόβλημα της ιστοριογραφίας ή ακόμη καλλίτερα θα έλεγα, το πρόβλημα της ιστορίας σαν επιστήμης και, ίσως, και το πρόβλημα της δεοντολογίας στην εξάσκηση του έργου του από κάθε δάσκαλο ιστορίας.

Γίνεται έτσι αμέσως φανερό ότι η τεκμηρίωση για τη σύνταξη ιστορίας δεν μπορεί να βασισθεί σε έργα που αποβλέπουν σε εθνικές, πολιτικές ή προσωπικές σκοπιμότητες του τότε ή του τώρα. Είναι αναγκαίο ο ιστορικός να διερευνά πτυχές που είναι άσχετες σε πρώτη όψη από την επίσημα καθιερωμένη πράξη, αλλά που η εξέτασή τους διαφωτίζει την ιστορική εξέλιξη.

Έτσι γεννήθηκαν επιστήμες βοηθητικές της ιστορίας, αλλά απαραίτητες για την κατανόηση της κάθε εποχής. Και εδώ δεν μιλώ μόνο για την αρχαιολογία και τους συναφείς κλάδους, αλλά για την ιστορία της τέχνης και της σκέψης, για την ιστορία της οικονομίας, ή για την ιστορική γεωγραφία και δημογραφία, ή ακόμη για την ιστορία των θρησκειών ή την ανθρωπολογία και τα παρακλάδια τους. Είναι όλες τίτλοι επίσημων πανεπιστημιακών εδρών σήμερα.

Αναφέρω, για παράδειγμα, ότι τα θέματα που διαλέγει για το Παγκόσμιο Ιστορικό Συνέδριο η Διεθνής Επιτροπή Ιστορικών Σπουδών, είναι πάντοτε αντικείμενο προστριβών μεταξύ των ιστορικών σχολών και ότι εκφράζουν προβλήματα της σύγχρονης έρευνας των ιστορικών επιστημών, έτσι όπως διαμορφώνονται στο γενικότερο ερευνητικό και επιστημονικό πλαίσιο της εποχής.

Π.χ., η ψυχανάλυση είναι σήμερα βοηθητική επιστήμη της ιστορίας, όπως και η λεγόμενη ποσοτική ιστορία, δηλαδή τα μαθηματικά και η στατιστική. Μαζί με τις άλλες παραδοσιακές βοηθητικές επιστήμες, όπως η αρχαιολογία ή η ιστορία τέχνης και η οικονομία αποτελούν μέλημα της σύγχρονης ιστορικής μεθοδολογίας. Η ίδια τάση εκσυγχρονισμού παρατηρείται και στην εκλογή των θεμάτων.

Έτσι, στο συνέδριο της Στουτγάρδης, εκτός από τα προβλήματα της γυναίκας, μελετήθηκε ο ρόλος και η εικόνα στην ιστορία των επιτεύξεων αντιπάλων ομάδων, καθώς και η θέση αλλότριων στοιχείων ως προς τη σύσταση του εθνικού κατορθώματος του κάθε λαού.

Τα θέματα αυτά μαρτυρούν με τον τρόπο τους:

α) την επίδραση της τεχνολογικής προόδου στην ιστορική μελέτη, και
β) τη διεθνοποίηση (μάλλον πλανητοποίηση) των σύγχρονων κοινωνιών, που άσχετα από τα ειδοποιά εθνικά, πολιτιστικά στοιχεία, ζουν η κάθε μία σήμερα σε σχέση καθημερινής αλληλεξάρτησης.

Η τάση αυτή, που θέλει την ιστορία υποταγμένη στα ερωτήματα του παρόντος καιρού για να προχωρήσει στη μελέτη του παρελθόντος, δημιούργησε συχνά άκριτες και φανατικές αντιδράσεις. Όλες διακηρύσσουν την επιστροφή στην παραδοσιακή ιστοριογραφία, σ' αυτήν δηλαδή, που ασχολείται με τη χρονική ανάλυση των γεγονότων, που θεωρεί το ατομικό έργο των μεγάλων λεγομένων ιστορικών προσωπικοτήτων -των μεγάλων ανδρών λένε πάντα, ποτέ των γυναικών- σαν μόνο οδηγό της ιστορικής πορείας. Σ' αυτήν, τέλος, που θέλει την ιστορική επιστήμη μια πιστή καταγραφή του παρελθόντος. Πρόκειται για την ιστορία-ιστόρημα ψυχωφελές, προσιτό σε όλους, ιδιαίτερα σ' αυτούς που ανάγουν την ιστορία σε ηθικό μάθημα υποδειγματικών πράξεων, τόσο στο εθνικό όσο και στο ατομικό επίπεδο. Ιστορία συντηρητικών τάσεων και απόψεων, ιστορία ηρωική, ηθική και παραδοσιακή.

Με τον όρο παραδοσιακή ιστορία εννοώ την αφηγηματική ιστορία, την ιστορία φιλμ των γεγονότων και πηγή επιδερμικών συγκινήσεων, αυτήν δηλαδή που γίνεται σχεδόν μέρος μυθιστορηματικού προβληματισμού και που έτσι μπορεί να δημιουργήσει, στο όποιο κοινό, ερεθίσματα για την προσέγγιση του παρελθόντος σε τόνο πάντοτε προσωπικό.

Βέβαια, αυτή η ιστορία, μολονότι μπορεί να είναι (κυρίως για τους νέους) μια εύκολη και ευχάριστη εισαγωγή σε έναν ουσιαστικότερο προβληματισμό σχετικά με το ιστορικό γίγνεσθαι, μένει ακόμη πάντα αυτή η παραδοσιακά μονάχα ιστορική αναλυτική επισκόπηση, μέλημα πολιτικής κυρίως προπαγάνδας· γι' αυτό και σπάνια πετυχαίνει να γίνει ιστορικό έργο, κτήμα ες αεί (κτήμα δηλαδή αέναο) όπως είναι η αυστηρά επιστημονική κριτική εξέταση που αποβλέπει στην αποκάλυψη (ανακάλυψη λέμε στην έρευνα σήμερα), της ιστορικής συνοχής.

Καλά, βέβαια, τα ιστορικά φιλμ που κατακλύζουν σήμερα τα οπτικά μέσα ενημέρωσης, ενδιαφέροντα και τα ιστορικά μυθιστορήματα για την εξοικείωση με παρωχημένες συνήθειες και με νεκραναστημένους κόσμους, αλλά οπωσδήποτε είναι άσχετα από την πρόοδο και την αποστολή της ιστορίας σαν επιστήμης.

Όπως οι θρύλοι και οι μύθοι, τα έργα αυτά θεωρούνται "παραϊστορική" παραγωγή, που αποβλέπει σε μία νύξη, μία μερική ανάγνωση και, ίσως, μία κάποια γνώση του παρελθόντος, αλλά που, χωρίς αποκρυπτογράφηση και κριτική, αδυνατεί να φωτίσει το ιστορικό γίγνεσθαι. Η μυθευτική αυτή ιστορία είναι ξένη από την επιστημονική εξερεύνηση των ρευμάτων και φαινομένων μακράς ιστορικής διάρκειας, αυτών που ο απόηχός τους και η επίδραση μένουν, και είναι αισθητά στην ιστορική εξέλιξη και διαμόρφωση της κάθεμετέπειτα πολιτιστικής πραγματικότητας.

Μιλώ και πάλι για την ιστορική αρχή που θεσπίζει ότι το παρελθόν δεν είναι ποτέ ολότελα παρωχημένο, και ότι ναι μεν ο άνθρωπος κάνει την ιστορία, αλλά κυρίως είναι η ιστορία που κάνει τον καθένα μας να είναι αυτό που είναι. Ας πω μαζί με τον T. S. Elliot, "σκλάβος ή ελεύθερος είναι ο καθένας μας δημιούργημα της ιστορίας του". "Κάρμα" ονόμασε ο Arnold Toynbee την υπόγεια αυτή ιστορική παρουσία στη μετέπειτα πραγματικότητα.

Αυτή, η παρούσα ιστορία, κάνει το ιστορικό μάθημα να είναι θέμα και μέλημα του καθενός. Γι' αυτό και ειπώθηκε ότι η ιστορία είναι η πιο ευτυχισμένη επιστήμη, εφόσον κατέκτησε μικρούς και μεγάλους: όπως κάποτε τα παραμύθια της γιαγιάς και όπως σήμερα η λογοτεχνία που κυκλοφορεί σε βιβλία τσέπης.

(Απομαγνητοφωνημένο κείμενο της ομιλίας που έγινε στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν)

Γυναίκα- Οι ρόλοι των φύλων

Η ομορφιά είναι μια υπόσχεση ευτυχίας» έγραφε ο Honoré de Balzac. Και προφανώς ήταν για τις ρομαντικές αφηγήσεις της γαλλικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Για τις ζωντανές αφηγήσεις των γυναικών της σύγχρονης εποχής στο δυτικό κόσμο είναι μάλλον ένα ανομολόγητο και συχνά μη εντοπισμένο βασανιστήριο που διατρέχει τη συγκρότηση της καθημερινότητας τους, προσθέτοντας μηδενικά μετά την υποδιαστολή στη βιομηχανία της μόδας και της ομορφιάς. Κάπως έτσι το αποτύπωσε και η Αυστραλιανή φωτογράφος Jessica Ledwich στο project “Monstrous Feminine” (Τερατώδη θηλυκά). Με καλλιτεχνική αφαίρεση έφτιαξε 12 εικόνες καθημερινών γυναικείων πράξεων που αναδεικνύουν το ψυχολογικό ίχνος του άγχους της ομορφιάς και του φόβου του γήρατος. 
Αυτό που διαφεύγει ακόμα και από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή μετά από άπειρες συνεδρίες, πολλά λεφτά και ασκήσεις μνήμης που καταλήγουν σε καβγά με τη μητέρα σου αλλά ποτέ στην ανάκληση εκείνης της παιδικής εμπειρίας, όπου «επέμβαση» σήμαινε «αρρώστια», ενώ τώρα σημαίνει «διόρθωση». Τότε που το μοναδικό ποδήλατο που ήξερες ήταν αυτό που έκανες βόλτες με τους φίλους σου το καλοκαίρι κι όχι αυτό που όσα χιλιόμετρα κι αν γράψει παραμένει ακίνητο στο μονότονο ντεκόρ ανδρών που σηκώνουν βάρη και γυναικών που κάνουν κοιλιακούς υπό την αυστηρή επίβλεψη ενός ύφους που προειδοποιεί ότι «έχεις ένα σετάκι ακόμη».
Είναι η τελετουργία της ύπαρξης μας, έτσι όπως αντανακλάται από το ανδρικό βλέμμα στον καθρέφτη και βγαίνει πάντα λίγο παραπάνω στη ζυγαριά. Τόσο βαθιά ριζωμένη που γίνεται αδιόρατη και αυτονόητη. Είναι αυτό το μπεζ στρώμα που καλύπτει πάντα την επιδερμίδα σου, το ψιλοτάκουνο παπούτσι που σε πιέζει και επιβραδύνει το βάδισμα, το τράβηγμα με το κερί στη γάμπα που πάντα πονάει, το πιστολάκι στο μαλλί κάθε πρωί που αυξάνει αφόρητα τις καλοκαιρινές θερμοκρασίες, το κόκκινο shellac που σ’ εμποδίζει να φας με την ησυχία σου τα νύχια σου, ένα  budget για αντιρυτιδικές κρέμες που φτάνει το 1/10 του κατώτερου μισθού, οι τύψεις μετά το παγωτό σοκολάτα, η διαρκής υπόμνηση ότι «οι μπύρες κάνουν κοιλιά» κι ένα ψυγείο γεμάτο light προϊόντα. Το πρότυπο της όμορφης, αψεγάδιαστης, λεπτής, σεξουαλικής γκόμενας που ξεπηδάει από το εξώφυλλο της Vogue που δεν είσαι και επικαθορίζει ένα ολόκληρο κομμάτι του χρόνου σου και της ενέργειας σου για να γίνεις. Το βίωμα χιλιάδων γυναικών που χρωματίζεται από το μορφωτικό επίπεδο, την επαγγελματική ιδιότητα, την οικονομική δυνατότητα αλλά είναι κοινό. Για τους άνδρες είναι OK η κοιλίτσα, αναμενόμενο το αραίωμα στο κεφάλι, ωριμότητα το γκριζάρισμα και σέξυ ο ιδρώτας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πελατεία στις επεμβάσεις αισθητικής είναι κατά 90% γένους θηλυκού.
«Ελεύθερη επιλογή» είναι η επωδός που αντηχεί στην άρθρωση ενός κριτικού λόγου για τους ρόλους των φύλων και τις αναπαράστασεις για τη «θηλυκότητα» και την «αρρενωπότητα». Πόσο «ελεύθερη» όμως είναι μια επιλογή που σε εγκαλεί σε όλη σου τη ζωή; Από τότε που πήρες πρώτη φορά τη Barbie στα χέρια σου και κατάλαβες ότι έτσι πρέπει να γίνεις όταν μεγαλώσεις και η μαμά σου έκοβε τα γλυκά όταν στρογγύλευε λίγο το πρόσωπο σου, μέχρι τις διαφημίσεις με τα αστραφτερά μοντέλα, τις φίλες σου παρατηρούν τις πρώτες ρυτίδες έκφρασης, τους γκόμενους που βαθμολογούν την κυταρρίτιδα στις παραλίες.
Το διατύπωσε στην σύγχρονη ριζοσπαστική ακαδημαϊκή σκέψη η Τζούντιθ Μπάτλερ στη θεωρία της για την επιτελεστικότητα  υποστηρίζοντας ότι η έμφυλη ταυτότητα «επιτελείται και αναπαρίσταται μέσα από τη διαρκή δράση του ίδιου του υποκειμένου με την επανάληψη πολιτισμικών κανόνων». Μια αυστηρή νόρμα αισθητικής που λειτουργεί ως μετοχή στο χρηματιστήριο κοινωνικής αναγνωρισιμότητας και αποδοχής. Η αλήθεια είναι ότι όσες γυναίκες αποτυγχάνουν ή δε θέλουν να πατήσουν σ’ αυτές τις συντεταγμένες εισπράττουν αδιαφορία στην καλύτερη περίπτωση ή απόρριψη.  Είναι η σύγχρονη επιτομή του σεξισμού, όπου πλέον δεν εκδηλώνεται με τη μορφή της νομικής ανισότητας, όπως ήταν παλιά η απαγόρευσης της ψήφου για τις γυναίκες  αλλά με την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος. Το σώμα γίνεται πεδίο άσκησης σχέσεων εξουσίας όχι με μια εμφανή κατασταλτική διαδικασία αλλά παραγωγικά, παράγοντας λόγο και επιθυμίες. Έτσι ο ψυχαναγκασμός της ομορφιάς γίνεται εσωτερικευμένη καταπίεση, που ακυρώνει την προσωπική φαντασία και μεταφράζεται σε μια «αυθόρμητη» ανάγκη φροντίδας του εαυτού. Τόσο «αυθόρμητη» όσο ορίζουν τα μεγάλα γραφεία μόδας και ομορφιάς της Νέα Υορκης.  Ίσως ο πιο αυθεντικός «αυθορμητισμός» σ’ αυτή τη διαδικασία είναι οι στιγμές που την ακυρώνουμε, που μπουχτίζουμε σ’ αυτό το απέραντο ομοιόμορφο σύμπαν διεκδίκησης της τελειότητας και φοράμε τα σταράκια και το τζινάκι μας για να ισιώσουμε. Κι αυτή η φοβερή ατάκα του Σταμάτη Κραουνάκη: «Ούτε μια ρυτίδα δεν έκανες χρυσή μου τόσο καιρό που έχω να σε δω, σα να μη γέλασες μια μέρα».
Το πρόβλημα, βλέπεις, δεν είναι τόσο η υστερική έκφανση της κλωνοποίησης της Kate Moss που είχε πάρει μαζικά χαρακτηριστικά διατροφικών διαταραχών πριν μερικά χρόνια, ούτε το συνολικό ρεκτιφιέ στο τραπέζι του χασάπη κυρίως από γυναίκες ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που οδήγησε σε μουμιοποίηση και την παράφραση της περιποίησης σε παραποίηση ή το φόρτωμα της πιστωτικής με όλα τα brands των οίκων του Μιλάνου – φέρετρο με το σήμα της Chanel στην εικονοποίηση της Ledwich. Αυτά αφορούν σε ένα κάπως  πιο περιορισμένο τμήμα του γυναίκειου πληθυσμού αλλά οι καθημερινές επαναλαμβανόμενες πρακτικές φτιαξίματος της εικόνας μας που προκύπτουν από ένα σχεδόν δομικό άγχος γοητείας και όχι από μια πρωτογενή διάθεση φροντίδας του σώματος και διαμόρφωσης ενός προσωπικού εκφραστικού στυλ.
Οι συνθήκες από το 1968, όταν οι Αμερικανίδες φεμινίστριες  πετούσαν σε κάδους έξω από το Miss America αυτά που συμβολικά θεωρούσαν σύμβολα καταπιεστικών σεξιστικών  μηχανισμών, όπως σουτιέν, καλσόν και καλλυντικά δεν έχουν μεταβληθεί ριζικά.  Έχει μεταβληθεί η φυσιογνωμία όμως του φεμινιστικού κινήματος που μετεξελίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε ομάδα πίεσης για την κατοχύρωση θεσμικών μεταρρυθμίσεων ή σε προοδευτικό ρεύμα ακαδημαϊκής σκέψης, χάνοντας τη ριζοσπαστικοποίηση του ακτιβισμού και τη δυνατότητα διαμόρφωσης εναλλακτικών υποδειγμάτων και ταυτόχρονα έγινε πεδίο χλευασμού μέσα από την αναμόχλευση του στερεότυπου της «αξύριστης και αντιερωτικής γυναίκας με ταγάρι». Σήμερα έχουμε femen αλλά δεν έχουμε φεμινισμό. Έχουμε όμως τα αποτυπώματα των γυναικών που επέλεξαν να ζήσουν κάπως διαφορετικά, να σπάσουν λίγο το καλούπι της κούκλας, να πειραματιστούν με τον εαυτό τους και να αποδείξουν ότι η γητεία δε μετριέται ούτε σε θερμίδες ούτε σε ρυτίδες. Και το δικό μας αντανακλαστικό που φωνάζει καμιά φορά: «Άσε με,  βαριέμαι».
Η Φρίντα Κάλο το έλεγε (και το έκανε) πολύ ωραία: «Νόμιζα ότι ήμουν το πιο παράξενο άτομο στον κόσμο.  Αλλά μετά σκέφτηκα ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στη γη. Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος σαν εμένα. Που να αισθάνεται περίεργος και ελαττωματικός όπως εγώ. Την έπλαθα με τη φαντασία μου αυτή τη γυναίκα και φανταζόμουν ότι θα πρέπει να είναι εκεί έξω και να σκέφτεται κι αυτή εμένα. Λοιπόν, εύχομαι ότι αν είσαι εκεί έξω και το διαβάζεις αυτό να ξέρεις ότι ναι, είναι αλήθεια. Είμαι εδώ και είμαι το ίδιο παράξενη όσο εσύ».